Η «θεραπεία της παρθένου»… ή αλλιώς: Όταν οι πολιτικοί εξαγνίζονται με (οροθετικό) αίμα – Της Μαρινίκης Αλεβιζοπούλου

Posted by on Sep 6, 2013 in Blog

Continue

Ο μύθος της «θεραπείας της παρθένου», καταγράφεται για πρώτη φορά τον 16ο αιώνα στην Ευρώπη και κορυφώνεται τον 19ο αιώνα, στη Βικτωριανή Αγγλία. Βάσει αυτού, το αίμα που προκύπτει από τον βιασμό μιας παρθένας θα καθαρίσει το μολυσμένο από σύφιλη αίμα αυτού που το μοιράζεται, δηλαδή του βιαστή, ο οποίος τελικά θα θεραπευτεί. Αρκετοί ιστορικοί και κοινωνικοί επιστήμονες, στην προσπάθεια να εξηγήσουν την ιδεοληψία, εντοπίζουν την απαρχή αυτής στους χριστιανικούς μύθους, σύμφωνα με τους οποίους η αγνότητα των παρθένων προσφερόταν ως μέσο προστασίας από τους δαίμονες.

Στα μέσα του 1760, αρχίζουν να καταγράφονται τα πρώτα μολυσμένα με σύφιλη παιδιά (το μικρότερο ήταν δύο ετών)ως αποτέλεσμα βιασμών για τη θεραπεία ενήλικων ανδρών. Αυτό μάλλον εξηγεί και τα αυξημένα κρούσματα βρεφικών και παιδικών βιασμών κυρίως στη Νότια Αφρική, με τη Ζιμπάμπουε να πρωταγωνιστεί ακόμα και στις μέρες μας. Στη Βικτωριανή Αγγλία, μάλιστα, εμφανίζεται και το αρκετά προσοδοφόρο επάγγελμα της συρραφής κόλπων, ώστε να πείθονται οι άνδρες που πλήρωναν τους νταβατζήδες της εποχής για να τους βρουν παρθένα, από το αίμα που θα έρεε κατά την πρώτη επαφή από την επέμβαση.

Πηδώντας τους αιώνες φτάνουμε στο ευρωπαϊκό σήμερα της απόλυτης αντιστροφής. Μιας διεστραμμένης αντιστροφής  που θέλει το μολυσμένο αίμα ιερόδουλης ως μέσο εξαγνισμού.

Ποιοι είναι οι βιαστές;

Ακριβώς μία εβδομάδα πριν τις εκλογές, εντοπίζεται, συλλαμβάνεται και διαπομπεύεται η πρώτη οροθετική ιερόδουλη. Ήταν ένα κορίτσι 22 ετών με καταγωγή από τη Ρωσία. Οι φωτογραφίες της καθώς και όλα τα προσωπικά της δεδομένα αναρτώνται στο site της Ελληνικής Αστυνομίας, «βάσει εισαγγελικής διάταξης» όπως αναφέρεται στην ανάρτηση με σκοπό «την προστασία του κοινωνικού συνόλου». Στη συνέχεια οδηγείται στον εισαγγελέα και με τη σύμφωνη γνώμη του ανακριτή, προφυλακίζεται για το κακούργημα της βαριάς σκοπούμενης βλάβης σε άγνωστο αριθμό θυμάτων. Ακολουθούν άλλες έντεκα, έπειτα άλλες πέντε, έπειτα άλλες έξι και ποιος ξέρει όσο διαβάζετε αυτές τις γραμμές, πόσες ακόμα;  Όπως κατέληγε άλλωστε η τελευταία ανακοίνωση της Αστυνομίας: οι έλεγχοι θα συνεχιστούν. Άρα, αυτονόητα, και η διαπόμπευση.

Στην πλειοψηφία τους ήταν τοξικοεξαρτημένες και κάποιες από αυτές άστεγες. Πλην μίας, από όσες έχουν καταθέσει μέχρι σήμερα, δήλωσαν ότι δεν γνώριζαν ότι ήταν φορείς του ιού HIV/AIDS. Δια της μεθόδου της Αστυνομίας και των εμπλεκόμενων υπουργείων –Προστασίας του Πολίτη και Υγείας (μιας και την επιχείρηση παρακολουθούσε και το εποπτευόμενο από το Υπουργείο Υγείας ΚΕΕΛΠΝΟ)– τώρα, εκτός από τις ίδιες, το έμαθε το πανελλήνιο. Πλην δε της ίδιας της αρρώστιας αλλά και της άνευ δικαστικής απόφασης βεβαιότητας περί πορνείας, πληροφορηθήκαμε τα ονοματεπώνυμά τους, τις χώρες καταγωγής και τον τόπο κατοικίας, τις ηλικίες, ακόμα και τα ονόματα των γονέων τους.

Σε επικοινωνία μας με την Ελένη Σπαθανά, τη μία εκ των δικηγόρων που εκπροσωπούν τις έντεκα γυναίκες που συνελήφθησαν μετά την 22χρονη Ρωσίδα, μαθαίνουμε μεταξύ άλλων ότι «πρώτα από όλα, δεν πιστοποιείται ότι εκδίδονταν. Στη δικογραφία δεν προκύπτει κανένα στοιχείο που να στοιχειοθετεί πορνεία. Πρόκειται για μια αυθαίρετη υπαγωγή η οποία ποινικοποιεί την οροθετικότητα και τη χρήση και με τα δύο αυτά δεδομένα εξάγεται το αυθαίρετο συμπέρασμα περί πορνείας».

Ενδεικτική είναι η μαρτυρία μίας εκ των γυναικών, η οποία δηλώνει ότι δεν εκπορνεύεται, ότι είναι ωστόσο χρήστρια ναρκωτικών και ότι συνελήφθη σε δρόμο όπου γίνεται χρήση. Όσο δε αφορά την ανάρτηση των φωτογραφιών την 1η Μαΐου, «έχουμε καταθέσει αίτηση για ανάκληση της εισαγγελικής διάταξης». Ίσως γι’ αυτό και οι φωτογραφίες των συγκεκριμένων έντεκα που είχαν την τύχη να σπεύσουν άμεσα στο πλευρό τους δικηγόροι, αποσύρθηκαν μυστηριωδώς από το site της Αστυνομίας. Δεν ισχύει δυστυχώς το ίδιο και για τις υπόλοιπες.

Αντιθέτως, εφημερίδες όπως η Espresso τις έκανε πρωτοσέλιδο με τίτλους του τύπου: «Κίνδυνος θάνατος: αυτή είναι η 22χρονη που έσπειρε τον τρόμο». Αλλά και σοβαρότερα  –όπως τουλάχιστον θέλουν να αυτοπροσδιορίζονται– ΜΜΜΕ,  σαν το skai.gr, αναπαρήγαγαν τις φωτογραφίες τους. Τηλεοπτικοί ρεπόρτερ υπό τις διαταγές κάποιου Ευαγγελάτου όργωναν τις περιοχές όπου καταγγέλθηκε ότι εκδίδονταν για να μιλήσουν με τους γείτονες και να μας πληροφορήσουν σε τι στάσεις τις είχαν δει να συνευρίσκονται, πόσο μελαμψοί ήταν οι πελάτες τους, ότι το έκαναν για 2 ευρώ προκειμένου να συμπληρώσουν για να πάρουν τη δόση τους κτλ. Και όλα αυτά επαναλαμβάνουμε: υπό το πρόσχημα του κοινωνικού συμφέροντος και του υπέρτερου δικαιώματος της προστασίας της δημόσιας υγείας.

Γι’ αυτό και κάθε ανάρτηση ή τηλεοπτική αναφορά συνοδευόταν από τα τηλέφωνα του ΚΕΕΛΠΝΟ με σκοπό τάχα μου να καλούν οι πελάτες πορνείας για να ενημερώνονται και να εξετάζονται. Και κάθε τόσο άκουγες: «στις 5.000 ανέρχονται τα τηλεφωνήματα», «Αναμένεται να ξεπεράσουν τις 6.000», «Τηλεφωνούν και ανήλικοι», «Τηλεφωνούν και γυναίκες που υποπτεύονται τους άντρες τους».

Έτσι νομιμοποίησαν και την διαπόμπευση ο πρώην Υπουργός Προστασίας του Πολίτη, Μιχάλης Χρυσοχοϊδης, ο πρώην Υπουργός Υγείας, Ανδρέας Λοβέρδος ακόμα και ο ίδιος ο Βαγγέλης Βενιζέλος. Γι’ αυτό μας έκανε μαθήματα ηθικής η κυρία Τζένη Κρεμαστινού, η οποία με τον τίτλο της προέδρου του ΚΕΕΛΠΝΟ, μας νουθέτησε δια τηλεοράσεως για σταθερές, μόνιμες ερωτικές σχέσεις. Και φυσικά δεν άργησε να έρθει και η νομιμοποίηση μέσα από εφημερίδες όπως η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, όπου ο αρθρογράφος Πάσχος Μανδραβέλης, αντεπιτέθηκε στους εκατοντάδες έλληνες και ξένους επικριτές της πρακτικής των Υπουργείων, βαφτίζοντάς τους  οπαδούς της «Ελλάδας της πολλής επαναστατικότητας» και εξηγώντας ότι: «[…] Σε δημόσιες υποθέσεις δεν υπάρχουν προσωπικά δεδομένα και η δημοσιοποίηση των στοιχείων δεν έγινε επειδή οι συγκεκριμένες γυναίκες ήταν τοξικομανείς ή οροθετικές στο σπίτι τους. Έγινε επειδή -έστω παρανόμως- ασκούσαν δημόσια επαγγελματική δραστηριότητα». Επαναλαμβάνουμε ότι τουλάχιστον μία γυναίκα κατέθεσε ότι δεν εκπορνεύεται. Ίσως βέβαια ο συνάδελφος να ξέρει καλύτερα…

Ήταν πράγματι ο μόνος τρόπος;

Στη συλλογική συνείδηση έχει επικρατήσει σε μεγάλο βαθμό η άποψη ότι κάπως έπρεπε να ενημερωθούν όσοι πήγαν με αυτέ τις γυναίκες, να εξεταστούν οι ίδιοι, να ενημερώσουν με τη σειρά τους πιθανούς μόνιμους ή μη συντρόφους και να σπάσει έτσι η αλυσίδα της μετάδοσης. Ήταν όμως πράγματι ο μόνος τρόπος, όπως μας λένε; Αρκεί επίσης μόνο η εισαγγελική διάταξη για να «κρεμαστούν» σε δημόσια θέα και μάλιστα στο ίδιο το site της Αστυνομίας τα προσωπικά δεδομένα;

Τηλεφωνώντας στην Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων κατά τη διάρκεια της εβδομάδας, ο υπάλληλος που σήκωνε το τηλέφωνο, ισχυριζόταν ότι δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητες της Αρχής. Σε επικοινωνία μας με τον δικηγόρο των οκτώ οργανώσεων που κατέθεσαν καταγγελία στην Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, Βασίλη Σωτηρόπουλο θα μάθουμε ότι δεν ισχύει ο ισχυρισμός «γι’ αυτό και προχωρήσαμε άλλωστε σε καταγγελία. Έχουμε και σχετικές αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου».

Από κει και πέρα, ήταν πράγματι ο μόνος τρόπος ενημέρωσης του κοινού με σκοπό την προστασία της δημόσιας υγείας; «Στην υπόλοιπη Ευρώπη, δεν επικηρύσσουν δίνοντας στη δημοσιότητα φωτογραφίες» λέει ο κ. Σωτηρόπουλος και συνεχίζει « Όταν προκύπτει από ελέγχους ότι βρέθηκε κάποιος οροθετικός σε οίκο ανοχής, αρκούνται στην ανωνυμοποιημένη καταγγελία με γεωγραφικές και χρονικές πληροφορίες. Ούτε καν το είδος της ασθένειας δεν δίνουν. Από κει και πέρα, δημιουργούνται αρχεία της αστυνομίας, στα οποία μπορεί να έχει πρόσβαση αυτός που θα απευθυνθεί έπειτα από τη δημοσιοποίηση και με έναν κωδικό που λαμβάνει αφού πρώτα έχει δώσει τα στοιχεία του στην Αστυνομία, μπορεί να πληροφορηθεί κάποια επιπλέον στοιχεία. Και σε αυτή την περίπτωση ωστόσο, θα δει κάποιες φωτογραφίες για παράδειγμα. Όχι τα ονόματα των γονέων, την καταγωγή και όλα τα στοιχεία που έδωσε η ελληνική αστυνομία».

Προεκλογικός πανικός 

Όσο κι αν ο κύριος Χρυσοχοϊδης επιμένει ότι «Τι θα πει είναι προεκλογικές αποφάσεις; Προεκλογικά, δηλαδή μεταδίδονται οι ασθένειες; Προεκλογικά δεν εγκληματούν τα δίκτυα; Προεκλογικά δεν μοιράζουν ναρκωτικά; Τι θα κάνουμε; Θα σηκώσουμε τα χέρια ψηλά; Μα αυτή είναι μια άποψη ενός πολιτικού συστήματος που καταρρέει σήμερα. Που κατέρρευσε και καταδικάστηκε από το λαό», τόσο ο χρόνος όσο και ο τρόπος που λειτούργησαν οι εποπτευόμενες από τον ίδιο και τον συνάδελφό του, Ανδρέα Λοβέρδο, αρχές, μαρτυρούν αν όχι πρόθεση, τουλάχιστον πανικό, αυτού ακριβώς του συστήματος όπου αναφέρθηκε ο υπουργός.

Γυναίκες που συλλαμβάνονται στους δρόμους για εξακρίβωση, άστεγες και τοξικομανείς, που μεταφέρονται σε αστυνομικά τμήματα και με όρους υποχρεωτικότητας υπόκεινται στο τεστ σάλιου, το λεγόμενο «rapid test». Δίχως συναίσθηση οι περισσότερες, λόγω της χρήσης ναρκωτικών, και άρα ανίκανες να επιλέξουν με πλήρη συνείδηση αν επιθυμούν πρώτα απ’ όλα να εξεταστούν με αυτή τη διαδικασία ή αν επιθυμούν δικηγόρο. Γυναίκες με τη δαμόκλειο σπάθη της ούτως ή άλλως παραβατικής –λόγω της χρήσης– ζωής, να καλούνται από τους αστυνομικούς, τις εισαγγελικές και ανακριτικές αρχές να καταθέσουν για μια υπόθεση που θα κρίνει τη ζωή τους –καθώς βαρύνονται με κακούργημα– υπό την επήρεια κατευναστικών χαπιών που τους δόθηκαν για τα στερητικά της χρήσης.

«Πρώτα απ’ όλα αμφισβητούμε ακόμα και τον ισχυρισμό ότι εξετάστηκαν με τη θέλησή τους. Μιλάμε για τοξικομανείς υπό την επήρεια ναρκωτικών» λέει ο κύριος Τζανέτος Αντύπας από τη ΜΚΟ PRAKSIS. «Έπειτα, υπάρχει μια διαδικασία για να ανακοινώσεις σε κάποιον ότι είναι οροθετικός» συνεχίζει ο κ. Τζανέτος «πριν του κάνεις το τεστ πρέπει να τον ενημερώσεις και αν βγει θετικό πρέπει να το ανακοινώσει γιατρός μαζί με ψυχολόγο. Και δεν το λέμε αυθαίρετα. Διεθνώς, η ψυχολογία του ανθρώπου στον οποίο ανακοινώνεται κάτι τέτοιο συνδέεται  με αυτήν του ανθρώπου που του ανακοινώνεται ο θάνατος ενός πολύ κοντινού του προσώπου. Υπάρχουν άνθρωποι που αυτοκτόνησαν μετά την ανακοίνωση».

Τόσο οι δύο πρώην υπουργοί, όσο και οι εκπρόσωποι αυτών των μέσων ενημέρωσης, πώς στ’ αλήθεια θα νιώσουν αν μία απ’ αυτές τις γυναίκες κρεμαστεί στο κελί της; Κι αν εξακολουθεί να είναι ριζωμένο στο μυαλό τους ότι οι γυναίκες αυτές συνειδητά σκορπούσαν τον θάνατο, όπως έγραψαν, ποια θα είναι η στάση τους αν αυτοκτονήσει ο εξίσου διαπομπευμένος γιος ή μητέρα κάποιας από τις γυναίκες; Κι αν η απάντηση σε αυτό εξακολουθεί να είναι ότι εκείνες εγκλημάτησαν πρώτες, μήπως μπήκαν οι αρχές και τα ΜΕ στον κόπο να σκεφτούν πώς νιώθουν σήμερα οι υπόλοιποι οροθετικοί; Αυτοί που παίρνουν την αγωγή τους και προσπαθούν να ζήσουν όπως ακριβώς και οι υπόλοιποι συνάνθρωποί τους; Τη στιγμή που στην ευρωπαϊκή κατά τα λοιπά Ελλάδα του 2012, υπάρχουν γιατροί που αρνούνται να τους αναλάβουν, χωρίς καμία κύρωση από τον ιατρικό σύλλογο, και από το λάβουν απλώς μέτρα ασφαλείας επιλέγουν να τους εκθέτουν σε κίνδυνο, αν όχι στο θάνατο;

Ή μήπως το στίγμα δεν έφυγε ποτέ ούτε από τα υποτιθέμενα λογικά και πολιτισμένα κεφάλια των αρχών και των ΜΜΕ; Μήπως κι αυτοί πιστεύουν ότι το AIDS κολλάει απ’ τον αέρα, όπως οι αστυνομικοί που συνόδευαν τις διαπομπευόμενες οροθετικές, αγγίζοντάς τις με χειρουργικά γάντια; Μήπως πιστεύουν ότι AIDS κολλάνε μόνο οι πόρνες και οι ομοφυλόφιλοι; Μήπως πιστεύουν ότι είναι η τιμωρία της «έκλυτης ζωής»; Ότι πρέπει να καούν στην πυρά; Κι αν ήταν γιος τους ή κόρη τους, στ’ αλήθεια τι θα έκαναν; Μήπως θα τους έβρισκαν καμιά παρθένα για να θεραπευθούν με το αίμα της;